Η αναβίωση του θεσμού των διεθνών ποινικών δικαστηρίων τη δεκαετία του 1990 και η εγκαθίδρυση (1998) και λειτουργία (2002) του μόνιμου Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (εφεξής ΔΠΔ) επαναφέρουν όχι μόνο σε θεωρητικό αλλά και πρακτικό επίπεδο το ζήτημα της ατομικής ποινικής ευθύνης στο διεθνές δίκαιο και τις ιδιαιτερότητες που τη διακρίνουν. Αυτό είναι το αντικείμενο της υπό παρουσίαση μονογραφίας, η οποία αποτελεί επικαιροποιημένη και εμπλουτισμένη διδακτορική διατριβή που κυκλοφόρησε αρχικά το 2003. Συγγραφέας της είναι η Ολλανδή Καθηγήτρια (Διεθνούς) Ποινικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ Elies van Sliedregt, η οποία διευθύνει και το Κέντρο Διεθνούς Ποινικής Δικαιοσύνης (cicj.org/).
Το έργο δομείται σε τρία μέρη, εκ των οποίων το πρώτο έχει εισαγωγικό χαρακτήρα, το δεύτερο επικεντρώνεται στο ζήτημα του καταλογισμού της ποινικής ευθύνης και το τρίτο στους ουσιαστικούς λόγους που την αποκλείουν.
Πιο συγκεκριμένα, το πρώτο μέρος αποτελείται από τρία επιμέρους κεφάλαια, όπου επιχειρείται μια συνοπτική καταγραφή του ιστορικού και επιστημολογικού πλαισίου ανάδυσης του θεσμού της ατομικής ποινικής ευθύνης στο διεθνές δίκαιο. Έτσι, το πρώτο κεφάλαιο περιγράφει τη μετάβαση από το δίκαιο του πολέμου στο διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο και πλέον στο διεθνές ποινικό δίκαιο (εφεξής δπδ) ως απόρροια μιας διττής προσπάθειας: αφενός εναρμόνισης της λογικής της στρατιωτικής ανάγκης (military necessity) με το ανθρωπιστικό ιδεώδες και αφετέρου θεμελίωσης και θεσμοθέτησης της ατομικής ποινικής ευθύνης. Άλλωστε η τελευταία αποτελεί θεσμό του δπδ, το οποίο προκύπτει από το συνδυασμό ετερογενών κλάδων δικαίου (δημόσιο διεθνές δίκαιο, ποινικό δίκαιο και δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων) και διαφορετικών δικαιικών παραδόσεων (ηπειρωτική και κοινοδικαιική), γεγονός που αναδεικνύει τον πλουραλισμό αλλά και τον εκλεκτικισμό σε εγγενή στοιχεία του.
Στο δεύτερο κεφάλαιο η συγγραφέας επικεντρώνεται στις βασικές ομοιότητες και διαφορές που χαρακτηρίζουν το θεσμό της ατομικής ποινικής ευθύνης σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, εκκινώντας από τη θέση ότι το βασικό διακύβευμα στην πρώτη περίπτωση συνίστατο στην απάλειψη κάθε συλλογικής αναφοράς μέσω της ανάπτυξης ενός αμιγώς ατομικιστικού μοντέλου λογοδοσίας, ενώ στη δεύτερη στην υπέρβαση των προσκομμάτων που έθετε η ασυλία που απολάμβαναν διαχρονικά οι κρατικοί αξιωματούχοι στο ενδεχόμενο διερεύνησης της ποινικής τους ευθύνης. Πέρα όμως από αυτή την καταστατική διαφορά, ο ως άνω θεσμός διακρίνεται από τρεις κοινές εξελίξεις σε αμφότερα τα επίπεδα: τη μετάβαση από μια αμιγώς υποκειμενική θεώρηση της ενοχής στην οντολογική της συνεκδήλωση, όπως αυτή πραγματώνεται μέσω εξωτερίκευσης ορισμένης συμπεριφοράς, τη διεύρυνση της έννοιας της διάπραξης ώστε να μην περιορίζεται στην κλασική εκδοχή της αυτοπρόσωπης και ιδιόχειρης τέλεσης μιας αξιόποινης πράξης και πλέον στη θεσμοθέτηση της ποινικής ευθύνης των νομικών προσώπων, η οποία πάντως δεν υιοθετήθηκε από το κανονιστικό σύστημα του ΔΠΔ.
Από την άλλη πλευρά, η βασική διαφορά έγκειται στο είδος εγκληματικότητας που κατά κανόνα απαντά στα δύο πιο πάνω επίπεδα, και δη στο γεγονός ότι τα αρχετυπικά διεθνή εγκλήματα (core international crimes) αποτελούν εκφάνσεις συστημικής εγκληματικότητας, εμφανίζουν δηλαδή αφενός οργανωσιακή παράμετρο, αποτελώντας ουσιαστικά μέρος της λειτουργίας ενός συστήματος, και αφετέρου συλλογική διάσταση, καθώς διαπράττονται από ένα πλήθος ατόμων. Κάτι τέτοιο σημαίνει περαιτέρω ότι παραδοσιακές μορφές ευθύνης, όπως η φυσική αυτουργία και η συνέργεια, αποδεικνύονται δομικά ανεπαρκείς για τον καταλογισμό εγκληματικών συμβάντων που απορρέουν από τη συντονισμένη δράση ατόμων τόσο σε επιτελικό όσο και σε εκτελεστικό επίπεδο, αφού περιορίζονται σε αυτό το τελευταίο. Υπό αυτό το πρίσμα, όπως αναδεικνύει και η εξέταση της θεωρίας της συλλογικής εγκληματικότητας που υιοθετήθηκε στη Δίκη της Νυρεμβέργης, οι ιδιαίτερες μορφές ευθύνης που αναπτύσσονται στο πεδίο του δπδ επιτελούν μια διττή λειτουργία: τη σύνδεση υψηλόβαθμων αξιωματούχων επιφορτισμένων με τη χάραξη ορισμένης πολιτικής με συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις που διαπράττονται σε υλοποίησή της από άτομα που δραστηριοποιούνται στο «πεδίο της μάχης» και τελικά στην ανάδειξη του πρωταγωνιστικού ρόλου των πρώτων (major criminals) στην παραγωγή ορισμένου εγκληματικού συμβάντος.
Το τρίτο κεφάλαιο αναφέρεται στις παραμέτρους της ποινικής ευθύνης, επισημαίνοντας τον καθοριστικό ρόλο των εθνικών ποινικών δικαίων στη σταδιακή ανάπτυξη μιας θεωρίας ατομικής ευθύνης στο δπδ. Παίρνοντας ως βάση την αρχή ότι κάποιος μπορεί να είναι ποινικά υπεύθυνος για ορισμένη αξιόποινη συμπεριφορά μόνο εφόσον τηρεί ορισμένη ψυχική στάση προς αυτήν, η συγγραφέας περνά στην αδρομερή παρουσίαση του περιεχομένου των δομικών στοιχείων της ατομικής ευθύνης, του υποκειμενικού και του αντικειμενικού. Η ανάλυση του περιεχομένου τους στα μεγαλύτερα δικαιικά συστήματα (γαλλικό, γερμανικό, αγγλικό και αμερικανικό) επιτρέπει την ανάδειξη αφενός των διαφορών που παρουσιάζουν σε αυτά και αφετέρου της ιδιομορφίας που εμφανίζουν στο δπδ.
Έτσι, αναφορικά με το υποκειμενικό στοιχείο, διευκρινίζεται ότι κατά το γενικό κανόνα του ΚατΔΠΔ, τα αρχετυπικά διεθνή εγκλήματα τελούνται μόνο εφόσον διαπιστώνεται ειδική μορφή δόλου που προσομοιάζει με τον άμεσο δόλο α΄ και β΄ βαθμού του ηπειρωτικού συστήματος ποινικού δικαίου, ο οποίος περιλαμβάνει περαιτέρω ένα βουλητικό («with intent», με πρόθεση) κι ένα γνωστικό («and knowledge», εν γνώσει) στοιχείο, ενώ δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος, πολλώ δε μάλλον η αμέλεια, παρά μόνο κατ’ εξαίρεση και όπου ειδικά προβλέπεται αυτό. Αναφορικά με το αντικειμενικό στοιχείο, υποστηρίζεται ότι το ΚατΔΠΔ έχει προκρίνει τη στενή εκδοχή του που αναφέρεται σε ορισμένη συμπεριφορά, τις συνέπειες και τις περιστάσεις, χωρίς να περιλαμβάνει τον έλεγχο συνδρομής λόγων που αποκλείουν ή δικαιολογούν την ποινική ευθύνη.
Τέλος, στο ερώτημα αν για τη θεμελίωση ποινικής ευθύνης απαιτείται πάντα ορισμένη πράξη ή είναι δυνατή και η διά παραλείψεως τέλεση, η συγγραφέας τάσσεται υπέρ της δεύτερης εκδοχής, τουλάχιστον για εκείνες τις περιπτώσεις εγκλημάτων που στη νομοτυπική τους υπόσταση γίνεται αναφορά σε ορισμένη «συμπεριφορά» (conduct) κι όχι απλώς σε «πράξη» (act). Έτσι, υποστηρίζεται ενδεικτικά ότι τα εγκλήματα πολέμου της «καταστροφής ή κατάσχεσης της εχθρικής περιουσίας» (άρθρο 8 § 2 (b) (xii) ΚατΔΠΔ) ή της «λεηλασίας πόλης ή τοποθεσίας» (άρθρο 8 § 2 (b) (xvi) ΚατΔΠΔ), δεν μπορούν να διαπραχθούν και διά παραλείψεως, γιατί κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε αντίθεση με την αρχή της νομιμότητας (άρθρο 22 ΚατΔΠΔ).
Η ανάλυση των διαφόρων μορφών ποινικής ευθύνης (modes of liability) που έχουν αναπτυχθεί στο δπδ προϋποθέτει τη διευκρίνιση κάποιων βασικών ζητημάτων σε σχέση με τα μοντέλα ή συστήματα συμμετοχής (εν ευρεία έννοια) στο έγκλημα που έχουν αναπτυχθεί σε εθνικό επίπεδο. Το τέταρτο κεφάλαιο, αφού εντοπίζει τα διεθνή κείμενα που κωδικοποιούν την ατομική ποινική ευθύνη, αντιπαραθέτει τα δύο βασικά συστήματα και τις διαφορές που συνεπάγονται.
Έτσι, στο σύστημα της ενιαίας αυτουργίας, δυνάμει του οποίου κάθε μορφή συμβολής στην παραγωγή του εγκληματικού γεγονότος οδηγεί σε αυτουργική ευθύνη, αντιπαραβάλλεται στο δυαδικό σύστημα που διακρίνει μεταξύ αυτουργών και συμμετόχων (αλλά και διαφορετικών μορφών συμμετοχής), επί τη βάσει της ακριβούς συμβολής του καθενός σε αυτό. Περαιτέρω συνέπειες τις διάκρισης είναι αφενός ότι στην πρώτη περίπτωση όλοι όσοι συμβάλλουν στην τέλεση του εγκλήματος υπέχουν αυτοτελή ευθύνη αυτουργού, ενώ στη δεύτερη υπάρχει η παρακολουθηματική και εξαρτημένη ευθύνη των συμμετόχων, και αφετέρου ότι η αιτιολογική βάση του κολασμού των συνεργών στην πρώτη είναι η κατά πλάσμα διάπραξη του εγκλήματος και από τους ίδιους, ενώ στη δεύτερη η συμβολή τους στη διάπραξή του από κάποιον άλλο.
Υφίσταται βεβαίως και η διάκριση μεταξύ του φυσιοκρατικού μοντέλου ευθύνης, στο οποίο ως αυτουργός θεωρείται μόνο εκείνος που πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, και του κανονιστικού μοντέλου, όπου ως αυτουργός θεωρείται εκείνος που ασκεί αποφασιστική επιρροή στην πραγμάτωση του εγκληματικού συμβάντος, χωρίς να απαιτείται να προβαίνει και στην προσωπική και ιδιόχειρη τέλεση κάποιας αξιόποινης πράξης. Η λογική που διέπει το πρώτο μοντέλο ερείδεται στην αιτιοκρατική πρόσληψη του φυσικού κόσμου, ενώ εκείνη του δεύτερου μοντέλου στο ερώτημα ποιος είναι ο πιο υπεύθυνος για ορισμένο γεγονός. Η συγγραφέας, αφού παρατηρεί ότι η βασική διάκριση μεταξύ του ενιαίου και δυαδικού συστήματος έχει πλέον θεωρητική κυρίως αξία, αφού οι πρακτικές τους συνέπειες τείνουν να εξαλειφθούν ή πάντως χάνουν σταθερά την έντασή τους, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα διεθνή κείμενα προκρίνουν το δεύτερο μοντέλο, χωρίς όμως κάτι τέτοιο να μεταφράζεται τελικά και σε διαφοροποιημένη ποινική αντιμετώπιση των συμμετόχων. Υποστηρίζει δε ότι η ρύθμιση που επιλέχθηκε στο άρθρο 25 § 3 (a) ΚατΔΠΔ κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση, παρέχοντας στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να αναπτύξει μια καινοφανή θεωρία ποινικής ευθύνης.
Αντιθέτως, παραμένει αμείωτη η αξία της διάκρισης μεταξύ του φυσιοκρατικού και κανονιστικού μοντέλου ευθύνης, βάσει του οποίου γίνεται στη συνέχεια και διάκριση μεταξύ αυτουργών και συμμετόχων, καθώς αυτό το τελευταίο κερδίζει διαρκώς έδαφος σε εθνικό επίπεδο, ενώ φαίνεται να έχει επικρατήσει στο δπδ. Στο πέμπτο κεφάλαιο η συγγραφέας τεκμηριώνει αυτή τη θέση, κάνοντας μια ευσύνοπτη παρουσίαση της τάσης που έχει διαμορφωθεί στη διεθνή νομολογία. Έτσι, αν η θεωρία της «κοινής εγκληματικής επιχείρησης» (joint criminal enterprise, εφεξής «ΚΕΕ») που αναπτύχθηκε και εφαρμόστηκε από τα ad hoc διεθνή ποινικά δικαστήρια, αποτελεί το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, τότε η θεωρία του «ελέγχου του εγκλήματος» (control of the crime) που ακολουθείται ήδη από το ΔΠΔ εντάσσεται συστηματικά στο χώρο των κανονιστικών θεωριών, καθώς επεκτείνει την έννοια της διάπραξης πέρα της φυσιοκρατικής της πρόσληψης, στοχεύοντας όχι τους ιδιόχειρους αυτουργούς των εγκλημάτων αλλά εκείνους που τα σχεδιάζουν, οι οποίοι θεωρούνται κανονιστικά ως οι «πλέον υπεύθυνοι» (most responsible). Η εξέλιξη αυτή συνάδει και εξυπηρετεί τη βασική λογική που φαίνεται να διέπει τη δίωξη και τιμωρία σε διεθνές επίπεδο, η οποία είναι πρωτίστως καταδηλωτική (expressivism) και συνακόλουθα παιδευτική (educational function).
Το έκτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στις «κλασικές» ή «γενικές» μορφές ποινικής ευθύνης. Ο προσδιορισμός τους αυτός απορρέει από το ότι εντοπίζονται στα περισσότερα διεθνή κείμενα, ενώ ταυτόχρονα απαντούν στα γενικά κατά κανόνα μέρη των εθνικών ποινικών κωδίκων. Για την ακρίβεια αποτελεί κοινό τόπο ότι οι εν λόγω μορφές ευθύνης έχουν αναπτυχθεί πρώτα σε εθνικό επίπεδο και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν σε διεθνές, με αποτέλεσμα η ανάλυση της δομής και ο προσδιορισμός της λειτουργίας τους να προϋποθέτει τη συγκριτική έρευνα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι υπάρχει και απόλυτη ταύτιση του περιεχομένου τους στα δύο επίπεδα. Έχοντας αυτό κατά νου, μετά την αδρομερή παρουσίαση της δομής των μορφών ευθύνης της άμεσης και έμμεσης αυτουργίας, της συναυτουργίας, της υποκίνησης (στην οποία εντάσσονται η προσταγή, η παραγγελία και η προτροπή), του σχεδιασμού (στον οποίο συμπεριλαμβάνεται και η συνωμοσία) και της συνέργειας στα μεγαλύτερα δικαιικά συστήματα, η συγγραφέας παρουσιάζει το περιεχόμενο που απέκτησαν στο κανονιστικό πλαίσιο των ad hoc διεθνών ποινικών δικαστηρίων και του ΔΠΔ.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην απόπειρα και στη θεωρία της «ΚΕΕ», όπως αυτή διαπλάσθηκε το πρώτον στην Απόφαση του Εφετειακού Τμήματος του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία επί της υπόθεσης Tadić αλλά και της καινοφανούς εξέλιξης που γνώρισε έκτοτε μέσω της νομολογιακής επεξεργασίας της. Αρκεί να αναφερθεί εδώ ότι αυτή, ενώ αρχικά διαμορφώθηκε για την υπέρβαση των αποδεικτικών δυσχερειών που προκύπτουν από πολυπληθείς αλλά χωροχρονικά προσδιορισμένες εγκληματικές συμπράξεις, εξελίχθηκε στη συνέχεια κατά τρόπο ώστε να ανταποκρίνεται στην ανάγκη καταλογισμού εγκλημάτων που διαπράττονται στο πλαίσιο επιχειρήσεων τεράστιας γεωγραφικής κλίμακας και ευρύτατης στοχοθεσίας σε πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγέτες, οι οποίοι θεωρείται ότι τις ελέγχουν. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η ανάλυση είναι ότι δεν υφίσταται ένα συνεκτικό δογματικό πρότυπο για κανένα από τα συστήματα ευθύνης που εφαρμόζονται στο κανονιστικό πλαίσιο των ad hoc δικαστηρίων και του ΔΠΔ, τα οποία συνδυάζουν αφενός το φυσιοκρατικό με το κανονιστικό μοντέλο και αφετέρου το σύστημα της ενιαίας αυτουργίας με το δυαδικό σύστημα.
Το έβδομο κεφάλαιο επικεντρώνεται σε ειδικές μορφές ευθύνης που αναπτύχθηκαν κυρίως ή και αποκλειστικά στο πεδίο του δπδ, όπως συμβαίνει με την ευθύνη ανωτέρων, οι οποίες είτε διαπλάστηκαν προκειμένου να αποδώσουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο των ηγετών (leadership modalities) είτε συνδέονται με συγκεκριμένα μόνο εγκλήματα (crime-specific modes of liability). Πιο συγκεκριμένα, στο πλαίσιο των πρώτων παρουσιάζεται αφενός η «διασυνδεδεμένη θεωρία ΚΕΕ» (interlinked theory of JCE), σύμφωνα με την οποία είναι αρκετή η απόδειξη ότι έστω κι ένα από τα μέλη της ΚΕΕ εργαλειοποιεί κάποιους εξωτερικούς φυσικούς αυτουργούς (που ενδεχομένως να αποτελούν μια άλλη, ανεξάρτητη ΚΕΕ), γεγονός που καθιστά ποινικά υπεύθυνο το σύνολο των μελών της πρώτης (συναυτουργοί) για τα εγκλήματα των δεύτερων, και αφετέρου η ειδική μορφή έμμεσης αυτουργίας που βασίζεται στην άσκηση ελέγχου επί ενός ιεραρχικά οργανωμένου μηχανισμού εξουσίας (Organisationsherrschaft), κάτι που τελικά προσδίδει σε εκείνους που βρίσκονται πίσω από τα εγκληματικά συμβάντα πρωταγωνιστικό ρόλο. Στο πλαίσιο των δεύτερων, αναλύεται αφενός η συνέργεια στη γενοκτονία και αφετέρου η συνωμοσία και η παρακίνηση για την τέλεσή της.
Τέλος, ο θεσμός της ευθύνης ανωτέρων, που παρουσιάζεται σε αυτοτελές κεφάλαιο, αποτελεί το όχημα μέσω του οποίου αξιωματούχοι που βρίσκονται στις υψηλότερες βαθμίδες της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας καθίστανται ποινικά υπόλογοι για την αποτυχία τους να προλάβουν ή να τιμωρήσουν τη διάπραξη εγκλημάτων από τους υφιστάμενούς τους. Το διακριτικό γνώρισμα αυτών των ειδικών μορφών ευθύνης σε σχέση με τις γενικές που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο, έγκειται στο ότι δεν απαιτείται η απόδειξη της ύπαρξης άμεσου και στενού συνδέσμου μεταξύ των «πλέον υπευθύνων» και του εγκληματικού συμβάντος ή των φυσικών αυτουργών.
Το όγδοο κεφάλαιο αναφέρεται στους ουσιαστικούς λόγους που αποκλείουν την ποινική ευθύνη, οι οποίοι δεν έχουν τύχει διαχρονικά της δέουσας προσοχής, δεδομένου ότι το βασικό διακύβευμα των διεθνών ποινικών δικών συνίστατο ακριβώς στην υπέρβασή τους (πρβλ. de jure ατιμωρησία) και στη λογοδοσία των κρατικών αξιωματούχων. Από τις διάφορες εισαγωγικές παρατηρήσεις, άξια μνείας είναι η διάκριση μεταξύ λόγων που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο και από το ποινικό δίκαιο. Αν οι δεύτεροι αναπτύχθηκαν στα εθνικά ποινικά δίκαια με σημείο αναφοράς το άτομο, οι πρώτοι αναπτύχθηκαν στο δημόσιο διεθνές δίκαιο με σημείο αναφοράς το κράτος, στην προστασία του οποίου και αποσκοπούν, γεγονός που γεννά ερωτήματα αν και πώς μπορούν να τους επικαλεστούν άτομα στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας.
Η συγγραφέας προχωρά στην ανάλυση των λόγων που έχουν προβλεφθεί στο άρθρο 31 ΚατΔΠΔ, ήτοι διανοητική νόσος ή ελάττωμα, η μέθη, η άμυνα και η κατάσταση ανάγκης, παρουσιάζοντας αφενός τα βασικά πορίσματα συγκριτικής έρευνας και αφετέρου τις κατευθυντήριες αρχές της διεθνούς νομολογίας. Το ίδιο κάνει στο επόμενο κεφάλαιο σε σχέση με την πραγματική και νομική πλάνη που προβλέπονται στο άρθρο 32 ΚατΔΠΔ. Περαιτέρω εξετάζει κάποιους από τους λόγους που προέρχονται από το διεθνές δίκαιο και παραδεκτά προτείνονται και στην ποινική δίκη, καθώς μπορούν να οδηγήσουν σε αποκλεισμό της ποινικής ευθύνης, όπως η στρατιωτική ανάγκη, τα αντίποινα και ο ισχυρισμός tu-quoque. Άλλωστε, σύμφωνα με το άρθρο 31 § 3 ΚατΔΠΔ, «το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του ως λόγο αποκλεισμού της ποινικής ευθύνης διαφορετικό λόγο από αυτούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1, όταν ο λόγος αυτός προέρχεται από το εφαρμοστέο δίκαιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 21», δηλαδή μπορεί να προσφύγει τόσο σε κανόνες του διεθνούς δικαίου όσο και στις γενικές αρχές ποινικού δικαίου που εντοπίζονται στα κυριότερα συστήματα εθνικού δικαίου (π.χ. συναίνεση θύματος).
Το ένατο και τελευταίο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στο διαχρονικά συχνότερα επικαλούμενο λόγο αποκλεισμού της ποινικής ευθύνης, ο οποίος άλλωστε διαπλάστηκε πρωτογενώς στο διεθνές δίκαιο, τις προσταγές ανωτέρων. Η πρόβλεψη του λόγου αυτού στο άρθρο 33 ΚατΔΠΔ ακολουθεί τη μέση οδό, αφού η επίκλησή του ούτε οδηγεί άνευ ετέρου στον αποκλεισμό της ευθύνης, όπως ίσχυε παραδοσιακά στο διεθνές δίκαιο, ούτε αφήνει ανεπηρέαστη την ποινική ευθύνη, καθώς λαμβάνεται ενδεχομένως υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, όπως συνέβη στη Δίκη της Νυρεμβέργης.
Έτσι, αντί της απόλυτα αρνητικής εκδοχής που καθιστά την επίκλησή του επουσιώδη στην ποινική δίκη, η οποία βάσει της παρ. 2 παρέμεινε μόνο για τη γενοκτονία και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, προκρίθηκε η μετριασμένη εκδοχή, κατά την οποία οι προσταγές ανωτέρων μπορούν να οδηγήσουν όχι απλώς στο μετριασμό αλλά στον αποκλεισμό της ποινικής ευθύνης μόνο για την τέλεση εγκλημάτων πολέμου, υπό τον όρο ότι συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις στο πρόσωπο του κατηγορουμένου: αα) είχε νομική υποχρέωση να υπακούει σε εντολές της Κυβερνήσεως ή του κατά περίπτωση ανωτέρου, ββ) δεν γνώριζε ότι η προσταγή ήταν παράνομη, και γγ) η προσταγή δεν ήταν καταφανώς παράνομη. Η επιλογή αυτή αξιολογείται θετικά από τη συγγραφέα, καθώς αποτιμά τις πραγματικές συνθήκες στο πεδίο της μάχης αλλά και το γεγονός ότι οι νόμοι και τα έθιμα του πολέμου δεν είναι πάντα γνωστά στους στρατιώτες ή έστω κατανοητά ως προς το ακριβές περιεχόμενό τους.
Η παραπάνω αδρομερής παρουσίαση δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικά χρήσιμο έργο, το οποίο είναι καταστατικά προσανατολισμένο στην ανάπτυξη μιας οικουμενικής ποινικής δογματικής, κάτι που αποτελεί προαπαιτούμενο για τη νοηματική και συστηματική ολοκλήρωση του δπδ. Η συγγραφέας, προσφεύγοντας μεθοδολογικά στο συνδυασμό της συγκριτικής έρευνας ως μέσο εντοπισμού των επιλογών που έχουν προκριθεί σε εθνικό επίπεδο και ανίχνευσης ενδεχομένως κάποιων γενικών αρχών ποινικού δικαίου που ανιχνεύονται στα κυριότερα συστήματα εθνικού δικαίου με τις κατευθυντήριες γραμμές της σχετικής διεθνούς νομολογίας, αποτυπώνει τόσο τον πλουραλισμό που υφίσταται σε επίπεδο εθνικού ποινικού δικαίου και προφανώς μπολιάζει τους θεσμούς του δπδ όσο και την ανάγκη υπέρβασής του σε διεθνές επίπεδο, προκειμένου να δομηθεί μια γενική θεωρία για τα αρχετυπικά διεθνή εγκλήματα.